Στην Ελλάδα το φαινόμενο της μετανάστευσης και της εισόδου
στη χώρα μας πολιτών τρίτων χωρών μετρά 20 και πλέον χρόνια, με διακυμάνσεις
όσον αφορά στην έντασή του. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το φαινόμενο αυτό έχει
ενταθεί και η εισροή μεταναστών οι οποίοι δε διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα
έχει κορυφωθεί, δεδομένου και του ασφυκτικού πλαισίου της Συνθήκης του
Δουβλίνου ΙΙ.
Το μεταναστευτικό στο σύνολό του συνιστά ένα πολυδαίδαλο ζήτημα,
με βαθιά πολιτικό χαρακτήρα, καθώς είναι συνυφασμένο με την (αν)ασφάλεια και τη
συνοχή της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας.
Στο δήμο της Αθήνας, διαμένουν σήμερα διάφορες κατηγορίες
ανθρώπων μεταναστευτικής καταγωγής, οι οποίες σχηματικά μπορούν να διαχωριστούν
στις εξής ομάδες: οι μετανάστες και οι οικογένειες τους με ανανεούμενες άδειας
διαμονής βάσει του ν.3386/2005, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, οι
επί μακρόν διαμένοντες (ελάχιστοι), οι πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο, και οι
μετανάστες χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.
Όσον αφορά στον πληθυσμό των μεταναστών που διαθέτει
νομιμοποιητικά έγγραφα, σε ένα μεγάλο μέρος, αυτός ο πληθυσμός είναι σε
διαδικασία ένταξης μέσω της εργασίας, της εκπαίδευσης των ανηλίκων παιδιών της
οικογένειας της συμμετοχής, στα κοινά της πόλης και έχει αποκτήσει βιοτικούς
δεσμούς με την Ελλάδα. Σημειωτέον ότι, σήμερα, ζουν στην ελληνική κοινωνία,
μετανάστες, οι οποίοι γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και είναι πλέον ενήλικοι πολίτες.
Για αυτούς τους συμπολίτες μας, τα ζητήματα που τίθενται,
στο επίπεδο της Πολιτείας, αφορούν κυρίως τη βελτίωση της διαδικασίας σχετικά
με τη διασφάλιση σύντομης διεκπεραίωσης των αιτήσεων τους για την ανανέωση της
άδειας παραμονής τους, την εξέταση της αίτησης ασύλου που έχουν καταθέσει καθώς
και τη βελτίωση/επικαιροποίηση της κείμενης νομοθεσίας, σύμφωνα με την
κοινωνικοοικονομική συγκυρία, προκειμένου να μη βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης
ανασφάλειας σχετικά με τη νομιμότητα της κατάστασής τους, (όπως π.χ. η μείωση
των απαιτούμενων ένσημων ετησίως για την ανανέωση της άδειας, μετά το φαινόμενο
των νέο-έκπτωτων της νομιμότητας μεταναστών λόγω της αύξησης της ανεργίας).
Στο δήμο Αθηναίων, σε επίπεδο θεσμικό προβήκαμε στην
συγκρότηση του Συμβουλίου Ένταξης Μεταναστών (άρθρο 78 του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ). Το
Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών αποτελεί το πρώτο εκ του νόμου προβλεπόμενο
θεσμικό όργανο του Ελληνικού Κράτους, στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,
στο οποίο συμμετέχουν κάτοικοι μεταναστευτικής καταγωγής.
Ο θεσμός του
Συμβουλίου Ένταξης Μεταναστών είναι, παρά την επί πολλά έτη παρουσία των
μεταναστών στη χώρα, ένα περιορισμένο μεν αλλά ουσιαστικό δε βήμα εκ μέρους του
νομοθέτη για την κοινωνικοπολιτική ένταξή τους.
Η νέα δημοτική αρχή υιοθετεί την άποψη σύμφωνα με την οποία,
η ένταξη είναι μια αμφίδρομη διαδικασία που απαιτεί αμοιβαία δέσμευση και
περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις για την τοπική κοινωνία και για τους
μετανάστες. Προϋποθέτει τόσο την προθυμία των μεταναστών να αναλάβουν την
ευθύνη να ενσωματωθούν στην τοπική κοινωνία, όσο και την προθυμία της τοπικής
κοινωνίας και δημοτικής αρχής να αποδέχεται και να ενσωματώνει του μετανάστες.
Η ένταξη των μεταναστών απαιτεί σχεδιασμό και εφαρμογή των
πολιτικών οι οποίες λαμβάνουν υπόψη ευρεία σειρά παραγόντων, όπως οι
οικονομικές και κοινωνικές πτυχές της ένταξης, αλλά και ζητήματα σχετικά με την
ιστορική, πολιτιστική και θρησκευτική πολυμορφία, την ιδιότητα του πολίτη, τα
πολιτικά δικαιώματα και τη συμμετοχή των μεταναστών στα κοινά.
Σκοπός της δημοτικής αρχής είναι η ένταξη των μεταναστών και
των πολιτών μεταναστευτικής καταγωγής-μέσω της συμμετοχικής διαδικασίας που
προσφέρει το θεσμοθετημένο πλαίσιο του ΣΕΜ- δηλαδή, σκοπό αποτελεί τόσο η
ενεργός συμμετοχή τους στα κοινά, στη χάραξη σχεδιασμού, καθώς και στην επίλυση
προβλημάτων στα θέματα και ζητήματα του Δήμου που τους αφορούν όσο και η
κοινωνική ένταξη αυτών στις λειτουργίες της πόλης (απασχόληση, εκπαίδευση,
επιχειρηματικότητα, ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων κλπ).
Προκειμένου το Συμβούλιο να ενεργοποιηθεί και να ξεκινήσει
το έργο του, προσπαθήσαμε, μέσω προσωρινού κανονισμού λειτουργίας του ΣΕΜ, ο
οποίος ψηφίστηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 18-04-2011 , να ξεπεράσουμε
υπαρκτά ζητήματα και προβλήματα που προκύπτουν τόσο από το άρθρο 78 του
Καλλικράτη, όπως ο μικρός αριθμός των μελών (έως 11 μέλη) σχετικά με τη
δυνατότητα απόλυτα αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης των μεταναστών στο ΣΕΜ όσο
και από την απουσία δημοτολογίου αρχείου πολιτών μεταναστευτικής καταγωγής, την
ανάγκη συμμετοχής σε αυτό κοινωνικών φορέων που ασχολούνται με ζητήματα των
μεταναστών σε συνδυασμό με την προτεραιότητα του δημοτικής αρχής για την άμεση
σύσταση και η λειτουργία του ΣΕΜ.
Προτεραιότητα και έργο του ΣΕΜ, κατά το πρώτο χρονικό
διάστημα, μεταξύ άλλων, θα αποτελέσει η κατάρτιση κανονισμού εκλογής των
εκπροσώπων των μεταναστών μέσω της δημιουργίας «εκλογικού σώματος» νομίμως
διαμενόντων στο Δήμο Αθηναίων μεταναστών, προκειμένου να επιτευχθεί η άμεση
ανάδειξη των εκπροσώπων τους στο Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών και να εκπληρωθεί
ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 78 του ν.3852/2010 και ο οποίος (κανονισμός)
θα τροποποιήσει τον προσωρινό κανονισμό.
Παράλληλα, σκοπός της δημοτικής αρχής είναι, μέσω του ΣΕΜ, η
ενίσχυση της ουσιαστικής συμμετοχής των μεταναστών ως κοινωνικών εταίρων, στο
σχεδιασμό, στην εφαρμογή και την αξιολόγηση των πολιτικών κοινωνικής ένταξης
και η ανάπτυξη συμβουλευτικών δομών, εφόσον αυτό το επιτρέψει η οικονομική
κατάσταση του Δήμου.
Ταυτόχρονα, σκοπός της δημοτικής αρχής είναι, στο επίπεδο
των παρεχομένων υπηρεσιών του Δήμου, να εξαλείψει οποιαδήποτε μορφή διάκρισης
σε βάρος υπηκόων τρίτης χώρας, εφόσον παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα και να
εφαρμόσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, σε κάθε πτυχή της οικονομικής,
κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της πόλης, με στόχο την ενίσχυση της τοπικής
κοινωνικής συνοχής, η οποία ριγματώνεται μέρα με τη μέρα.
Δίπλα σε αυτό αναμένουμε την απόφαση, του Συμβουλίου
Επικρατείας σχετικά με νόμο που μεταρρύθμισε τον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας,
έναν νόμο που έχουμε χαιρετίσει και υποστηρίξει.
Μίλησα για ανθρώπους που ζούνε στην Αθήνα.
Το μείζον ζήτημα είναι οι άνθρωποι που περιφέρονται στην
Αθήνα. Η δεύτερη κατηγορία είναι πιο σύνθετη, καθώς αποτελείται από μετανάστες
που, όπως γνωρίζουμε, ζούνε σε συνθήκες απόλυτου βιοτικού αποκλεισμού έξω από
τους αστικούς ιστούς, συχνά χωρίς οικογένειες, με προοπτική, κάποια στιγμή, να
μπορέσουν να φύγουν προς άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Οι άνθρωποι αυτοί, διάγουν βίο
αβίωτο: δεν ζούνε ως άνθρωποι. Δεν έχουν τίποτε, συχνά δεν κάνουν τίποτε, με
δυο λόγια, δεν είναι τίποτε για την ελληνική έννομη τάξη.
Σε συνθήκες μάλιστα κρίσης σαν και αυτή που διάγουμε, ούτε
καν φτηνό εργατικό δυναμικό δεν είναι.
Η κατάσταση αυτή έχει άμεση επίπτωση στην εικόνα και στην
πραγματικότητα της Αθήνας.
Η κατάσταση της πόλης είναι απελπιστική.
Το ιστορικό κέντρο της πόλης εγκαταλείπεται και η παρακμή
κλιμακώνεται. Το αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών αυξάνει. Την προηγούμενη
βδομάδα, είδαμε δύο ανθρώπους να δολοφονούνται. Τέτοιου είδους περιστατικά αλλά
και η πιο ήπια αλλά υπαρκτή παραβατικότητα μας θλίβουν και μας ανησυχούν όλους.
Ο άμεσος κίνδυνος που αναδύεται μέσα από αυτήν την κατάσταση είναι τα
συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας, ο ξενόφοβος και ρατσιστικός λόγος με
όρους συλλογικής ευθύνης εις βάρους των μεταναστών και της επιδιωκόμενης
κοινωνικής ισορροπίας. Κρούομε τον κώδωνα του κινδύνου! Ο ακροδεξιός λόγος και
η ρατσιστική βία εξαπλώνεται και κυρίως νομιμοποιείται στη συνείδηση των
πολιτών.
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, οφείλουν τόσο ο Δήμος της
Αθήνας όσο και η συντεταγμένη Πολιτεία να κρατήσει μία στάση νηφάλια, μακριά
από φοβικά σύνδρομα και θυμικές αντιδράσεις.
Όσον αφορά στο ιστορικό κέντρο, η Κυβέρνηση μέσω των
αρμόδιων υπουργιών έπρεπε ήδη να έχει λάβει τα μέτρα της και όχι να απεκδύεται
των ευθυνών της ως ένας άλλος Πόντιος Πιλάτος.
Απαιτείται λοιπόν, άμεση και αποτελεσματική συνεργασία πολιτείας
και τοπικής αυτοδιοίκησης για την αντιμετώπιση της κατάστασης, όπως
επανειλημμένως έχουμε προτείνει στην Πολιτεία με μέτρα άμεσα, μεσοπρόθεσμα και
μακροπρόθεσμα.
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται συστηματική, συντονισμένη και
αποτελεσματική παρουσία της ελληνικής αστυνομίας σε συνεργασία με τη δημοτική
αστυνομία, προκειμένου να αυξηθεί το αίσθημα ασφάλειας των δημοτών, των
εργαζομένων και των επισκεπτών της πόλης.
Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την υπάρχουσα κατάσταση το
πρώτο είναι να μάθουμε (για) τους ανθρώπους αυτούς. Να τους καταγράψουμε. Να
δούμε πού και πώς ζουν, πόσο υγιείς είναι, αν έχουν παιδιά κλπ. Το Κράτος
οφείλει να γνωρίζει ποιοι άνθρωποι διαβιούν στην επικράτειά του.
Επίσης, οφείλω να σας ενημερώσω ότι ενόψει της διαδικασίας
της απογραφής του πληθυσμού που έχει ήδη ξεκινήσει, ο Δήμος μεσολάβησε και
έφερε σε επαφή τους εκπρόσωπους των οργανωμένων κοινοτήτων των μεταναστών με
την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Μέσω αυτής της συνεργασίας, οι κοινότητες των
μεταναστών βοήθησαν στη μετάφραση των ενημερωτικών φυλλαδίων για τη διαδικασία
της απογραφής που απευθύνονται σε μετανάστες και επικοινώνησαν στις κοινότητές
τους με τα μέσα που διαθέτουν τη διαδικασία αυτή.
Επίσης, προκειμένου να
διευκολυνθεί το έργο των απογραφέων οι κοινότητες των μεταναστών με μέλη των
κοινοτήτων τους προσφέρουν βοήθεια με την αυτοπρόσωπη παρουσία ως μεσολαβητών,
ειδικότερα στους πληθυσμούς που εμπειρικά γνωρίζουμε ότι δεν μιλούν ελληνικά.
Το όφελος θα είναι μεγάλο τόσο για τον Δήμο όσο και για την
Πολιτεία, εφόσον μετά το τέλος της απογραφής, θα έχουμε μία πιο ξεκάθαρη εικόνα
του αριθμού των μεταναστών που διαμένουν στην Αθήνα.
Τέλος, όσο οι άνθρωποι αυτοί (οι μετανάστες) ζουν σε ζώνες
ανασφάλειας, τόσο η περιπέτεια των ιδίων των μεταναστών όσο και της ευρύτερης
κοινωνίας συνεχίζεται θα βαίνει σε ολοένα σκοτεινότερα μονοπάτια.
Κρίσιμη προσδοκία παραμένει ο απεγκλωβισμός για εκατοντάδες
χιλιάδες ανθρώπους μετανάστες, οι οποίοι βρίσκονται σήμερα στην Ελλάδα· κάποιοι
με τελικό προορισμό άλλες χώρες, κάποιοι που έχουν συγκροτήσει βιοτικούς
δεσμούς στην Ελλάδα.
Σε αυτά πρέπει να προταθεί ένας ρεαλιστικός λόγος
βασισμένος στην πραγματικότητα με λύσεις που θα εμπεδώσουν την ασφάλεια δικαίου
για όλους τους μετανάστες και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Που θα
απεγκλωβίσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που επιθυμούν να φύγουν. Που θα
απαλείψουν τις γκρίζες ζώνες οι οποίες παραπέμπουν στην παραβατικότητα, τη
μαύρη εργασία, την εκμετάλλευση και την αποσάθρωση των κοινωνικών δομών
αλληλεγγύης, συνοχής και ισορροπίας, την υιοθέτηση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων.
Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα , θεωρώ ότι προέχει άμεσα η
εφαρμογή πολιτικών ενσωμάτωσης και η περαιτέρω μεταρρύθμιση του σχετικού
δικαίου σε πνεύμα ενεργοποίηση διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που μέχρι
σήμερα παραμένουν νεκρό γράμμα.






